Παρασκευή Μεντζελοπούλου MD Ενδοκρινολόγος, Διαβητολόγος

Η πρόληψη και η θεραπεία της οστεοπόρωσης, περιλαμβάνουν τη σωματική άσκηση και τη σωστή ποσότητα ασβεστίου στην καθημερινή διατροφή. 

Ο ρόλος του ασβεστίου

Το μεγαλύτερο ποσοστό των ενηλίκων άνω των 50 ετών, χρειάζονται συνολικά περίπου 1.200 mg ασβεστίου, ημερησίως. Ο καλύτερος τρόπος λήψης του ασβεστίου είναι μέσω της κατανάλωσης τροφίμων. Εάν η διατροφή του ατόμου δεν παρέχει αρκετό ασβέστιο ώστε να κρατήσει τα οστά ισχυρά, τότε το άτομο χρήζει συμπληρώματος ασβεστίου. Ωστόσο, η υπερβολική λήψη ασβεστίου, μπορεί να αποφέρει ανεπιθύμητα αποτελέσματα και συγκεκριμένα, ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο δημιουργίας πέτρας στα νεφρά.

Σωστή απορρόφηση μέσω της Βιταμίνης D

Η βιταμίνη D βοηθάει το σώμα να απορροφήσει το απαραίτητο ασβέστιο για τη συντήρηση των οστών. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι ενήλικες δεν έχουν την απαραίτητη ποσότητα βιταμίνης D στο σώμα τους. Γι’ αυτό το λόγο, κυρίως οι ηλικιωμένοι είναι σημαντικό να λαμβάνουν συμπληρώματα βιταμίνης D. Το Εθνικό Ίδρυμα Οστεοπόρωσης συστήνει 800 έως 1000 IU (διεθνείς μονάδες) βιταμίνης D3 ημερησίως, αλλά η Αμερικάνικη Ενδοκρινολογική Εταιρεία συστήνει τουλάχιστον 2000 μονάδες την ημέρα για τη διατήρηση επιπέδων βιταμίνης D3 στα φυσιολογικά επίπεδα (>30 ng/dl)

Τα άτομα νεότερης ηλικίας είναι πιθανό να χρειαστεί να πάρουν και εκείνα συμπληρώματα βιταμίνης D. Παρ’ όλα αυτά, επειδή όπως προαναφέρθηκε, οι πολύ υψηλές δόσεις βιταμίνης D είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα υγείας, είναι απαραίτητη η συμβουλή γιατρού και η τακτική παρακολούθηση.

Φαρμακευτική αγωγή για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης

Μια καλά ισορροπημένη διατροφή με τροφές πλούσιες σε ασβέστιο, καθώς και συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D, μπορεί να μην είναι αρκετή για την προστασία των οστών και για την πρόληψη της οστεοπόρωσης σε όλους τους ανθρώπους. Η υγεία και το οικογενειακό ιστορικό του κάθε ατόμου είναι διαφορετικά, οπότε ο κίνδυνος θραύσης των οστών διαφέρει από άτομο σε άτομο. Μερικοί άνθρωποι χρήζουν φαρμακευτικής αγωγής για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης.

Γυναίκες

Διάφορα φάρμακα έχουν εγκριθεί για την πρόληψη και τη θεραπεία της οστεοπόρωσης. Συγκεκριμένα, τα φάρμακα αυτά περιλαμβάνουν:

Διφωσφονικά άλατα :

Τα διφωσφονικά άλατα χρησιμοποιούνται για την πρόληψη και τη θεραπεία της μετεμμηνοπαυσιακής οστεοπόρωσης, επιβραδύνοντας την οστική απώλεια ενώ αυξάνεται η οστική μάζα. Τα διφωσφονικά συμβάλλουν στη μείωση του κινδύνου καταγμάτων στη σπονδυλική στήλη, αλλά και στο ισχίο.

Τα διφωσφονικά άλατα alendronate, risedronate και zoledronic acid έχουν επίσης εγκριθεί για τη θεραπεία της επαγόμενης από στεροειδή οστεοπόρωσης, τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες που χρειάζονται μακροχρόνια χορήγηση φαρμάκων για τη θεραπεία φλεγμονωδών καταστάσεων, οι οποίες μπορεί να συμβάλλουν στην οστεοπόρωση.

Διφωσφονικά φάρμακα:

Alendronate- Ταμπλέτα η οποία διατίθεται σε ημερήσια και εβδομαδιαία μορφή

Risedronate -Διαθέσιμο σε ημερήσια, εβδομαδιαία και μηνιαία μορφή

Ibandronate - Διατίθεται σε μηνιαία ταμπλέτα ή σε ενέσιμη μορφή μία φορά κάθε τρεις μήνες

Zoledronic Acid - Ένεση χορηγούμενη μία φορά το χρόνο για θεραπεία ή κάθε δύο χρόνια για πρόληψη

Πιθανές Παρενέργειες

Συνήθως, δεν προκαλούνται παρενέργειες από τα διφωσφονικά φάρμακα. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί να προκαλέσουν κοιλιακό, οστικό ή μυϊκό πόνο, ναυτία ή καούρα. Οι μορφές δισκίων μπορεί να προκαλέσουν ερεθισμό του οισοφάγου. Για το λόγο αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στη λήψη τους (το στομάχι πρέπει να είναι άδειο πριν και για μια ώρα μετά το φάρμακο και το σώμα σε όρθια θέση για το διάστημα αυτό)

Η μεγάλη και μακροχρόνια δόση διφωσφονικών φαρμάκων, η οποία μπορεί να χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας του καρκίνου, έχει συνδεθεί με την οστεονέκρωση του οστού της σιαγόνας. Αυτό το φαινόμενο συναντάται συχνότερα μετά από οδοντιατρικές επεμβάσεις. Υπάρχει επίσης μια ανησυχία ότι η μακροχρόνια θεραπεία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο των αποκαλούμενων άτυπων μηριαίων καταγμάτων. Δηλαδή, τα κατάγματα του άξονα του μηριαίου οστού με ελάχιστο ή καθόλου τραύμα.

Τα διφωσφονικά δεν συνιστώνται σε γυναίκες που βρίσκονται πριν την εμμηνόπαυση και ενδέχεται να αποκτήσουν παιδί ή σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.

Denosumab:

Το denosumab είναι εγκεκριμένο φάρμακο για την πρόληψη και τη θεραπεία της οστεοπόρωσης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με αυξημένο κίνδυνο για κατάγματα. Το denosumab, αν και έχει εγκριθεί ως θεραπεία πρώτης γραμμής για τη θεραπεία της οστικής απώλειας, χρησιμοποιείται συνήθως όταν οι ασθενείς δεν μπορούν να πάρουν άλλα φάρμακα οστεοπόρωσης ή αν τα άλλα φάρμακα δεν φέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Το denosumab χρησιμοποιείται επίσης για τη θεραπεία της απώλειας οστού σε γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία για καρκίνο του μαστού. Επιπλέον, χρησιμοποιείται για την πρόληψη οστικών προβλημάτων σε ασθενείς με οστικές μεταστάσεις (καρκίνος που έχει εξαπλωθεί στα οστά) από ορισμένους τύπους όγκων.

Το denosumab εγχέεται κάτω από το δέρμα, συνήθως από το γιατρό ή από τη νοσοκόμα. Όταν το denosumab χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης, χορηγείται συνήθως μία φορά κάθε 6 μήνες. Όταν χρησιμοποιείται για τη μείωση των καταγμάτων από καρκίνο που έχει εξαπλωθεί στα οστά, χορηγείται συνήθως μία φορά κάθε 4 εβδομάδες.

Το denosumab είναι πιθανό να προκαλέσει παρενέργειες. Καλέστε αμέσως το γιατρό σας εάν έχετε σοβαρή ανεπιθύμητη παρενέργεια όπως:

·         Μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα γύρω από το στόμα ή στα δάχτυλα

·         Γρήγορο ή αργό καρδιακό ρυθμό

·         Μυϊκές κράμπες ή συστολή

·         Υπερδραστήρια αντανακλαστικά

·         Αναπνευστικό πρόβλημα

Οι λιγότερο σοβαρές παρενέργειες της denosumab μπορεί να περιλαμβάνουν:

·         Αίσθημα αδυναμίας ή κούρασης

·         Διάρροια, ναυτία

·         Πονοκέφαλο

Ρωτήστε το γιατρό σας για να σας παρέχει τις κατάλληλες ιατρικές συμβουλές σχετικά με περαιτέρω παρενέργειες που ενδέχεται να παρατηρήσετε.

Εκλεκτικοί τροποποιητές υποδοχέων οιστρογόνων (SERMs):

Η ραλοξιφαίνη έχει εγκριθεί για την πρόληψη και τη θεραπεία της οστεοπόρωσης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Είναι από μια κατηγορία φαρμάκων που ονομάζονται εκλεκτικοί τροποοιητές υποδοχέων οιστρογόνων (SERMs) και είναι φάρμακα που θυμίζουν οιστρογόνα. Η ραλοξιφαίνη αυξάνει την οστική πυκνότητα και μειώνει τον κίνδυνο καταγμάτων της σπονδυλικής στήλης, αν και δεν έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο

μη σπονδυλικών καταγμάτων. Η ραλοξιφαίνη επίσης μειώνει τον κίνδυνο διηθητικού καρκίνου του μαστού.

Η ραλοξιφαίνη λαμβάνεται σε μορφή χαπιού, μία φορά την ημέρα, με ή χωρίς γεύματα. Ενώ δεν είναι συχνές, οι ανεπιθύμητες παρενέργειες, μπορεί να περιλαμβάνουν αίσθημα ζέστης, κράμπες στα πόδια, θρόμβους στο αίμα των ποδιών ή τους πνεύμονες. Η ραλοξιφαίνη δεν συνιστάται για γυναίκες προεμμηνοπαυσιακές.

Teriparatide:

Η τεριπαρατίδη είναι ένα μέρος του μορίου της παραθυρεοειδούς ορμόνης, η οποία είναι μια φυσική ορμόνη που ρυθμίζει τα επίπεδα ασβεστίου στο σώμα. Η θεραπεία με τεριπαρατίδη διεγείρει τον σχηματισμό νέου οστού. Λόγω δυνητικών ανησυχιών για την ασφάλεια, η χρήση αυτού του φαρμάκου περιορίζεται σε άνδρες και γυναίκες με σοβαρή οστεοπόρωση - οι οποίοι διατρέχουν υψηλό κίνδυνο κατάγματος ή έχουν ήδη υποστεί κάταγμα. Σε αυτή την περίπτωση, το φάρμακο δεν μπορεί να χορηγηθεί για περισσότερο από δύο χρόνια.

Η τεριπαρατίδη χορηγείται ως ημερήσια, αυτοδιαχειριζόμενη ένεση. Οι παρενέργειες είναι ασυνήθιστες. Παρ ’όλα αυτά, αν εμφανιστούν, περιλαμβάνουν κράμπες στα πόδια, πονοκεφάλους και ζάλη. Το συγκεκριμένο φάρμακο δεν συνιστάται για γυναίκες προεμμηνοπαυσιακές.

Οιστρογόνα

Η ορμονοθεραπεία οιστρογόνων αποτρέπει την οστική απώλεια και μειώνει τον κίνδυνο κατάγματος στη σπονδυλική στήλη και στο ισχίο. Μπορεί επίσης να ανακουφίσει και άλλα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης, όπως η ξηρότητα του κόλπου. Το οιστρογόνο χορηγείται συνήθως σε μορφή χαπιού, παρόλο που είναι διαθέσιμο και σε άλλες μορφές, όπως σε μορφή επιθέματος.

Μελέτες δείχνουν ότι οι κίνδυνοι της θεραπείας με οιστρογόνα - συμπεριλαμβανομένης της καρδιακής προσβολής, του εγκεφαλικού επεισοδίου, των θρόμβων αίματος και του καρκίνου του μαστού - αντισταθμίζουν τα οφέλη στις περισσότερες ηλικιωμένες γυναίκες. Για το λόγο αυτό, η θεραπεία με οιστρογόνα δεν συνιστάται συνήθως μόνο για την πρόληψη των καταγμάτων. Στην πραγματικότητα, ακόμη και όταν το οιστρογόνο χρησιμοποιείται για τη θεραπεία των εμμηνοπαυσιακών συμπτωμάτων, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των Η.Π.Α. συνιστά να χρησιμοποιείται σε πολύ χαμηλή δόση, και για μικρό χρονικό διάστημα.

Άνδρες

Το alendronate, το risedronate, το zoledronicacid, το teriparatide και το denosumab έχουν εγκριθεί για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης στους άνδρες. Το denosumab έχει επίσης εγκριθεί για την προστασία της οστικής μάζας σε άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία στέρησης ανδρογόνων για καρκίνο του προστάτη. Παρόλο που υπάρχουν λιγότερες μελέτες στους άνδρες, οι επιδράσεις αυτών των φαρμάκων στην οστική μάζα είναι παρόμοιες με τις επιδράσεις τους στις γυναίκες και είναι χρήσιμες στη θεραπεία των ανδρών με οστεοπόρωση.